Δευτέρα, 1 Απριλίου 2013

Προτάσεις για την ανεξαρτησία των δημοσιογράφων

Του ΓΙΑΝΝΗ ΛΥΒΙΑΚΗ
Από την τελική συνάντηση του προγράμματος στις Βρυξέλλες
"Αρση νομικών και δικαστικών περιορισμών στην άσκηση της ελευθερίας της
έκφρασης και ταυτόχρονα ενίσχυση της ανεξαρτησίας των δημοσιογράφων και προώθηση των αρχών της δημοσιογραφικής δεοντολογίας".
Πρόκειται για δύο από τις προτάσεις στις οποίες κατέληξε η ελληνική συμμετοχή στο ευρωπαικό ερευνητικό πρόγραμμα MEDIADEM  που μελετά τις διαδικασίες χάραξης πολιτικής και τις ρυθμιστικές επιλογές που  προωθούν ή αντίθετα περιορίζουν την ελευθερία και την  ανεξαρτησία των μέσων ενημέρωσης.
Το πρόγραμμα διερευνά ένα ευρύ φάσμα ρυθμιστικών  προσεγγίσεων και εργαλείων πολιτικής σε 12 ευρωπαϊκές χώρες (Βέλγιο, Βουλγαρία,
Γερμανία,  Δανία, Εσθονία, Ελλάδα, Ισπανία, Ιταλία, Μεγάλη Βρετανία, Ρουμανία, Σλοβακία, Φινλανδία).
Σε ό,τι αφορά την Ελλάδα, στο πρόγραμμα το οποίο ξεκίνησε τον Απρίλιο του 2010 με διάρκεια έως και τον Μάρτιο του 2013 εργάστηκαν η βοηθός ερευνήτρια στο Ελληνικό Ιδρυμα Ευρωπαϊκής και Εξωτερικής Πολιτικής (ΕΛΙΑΜΕΠ), Αννα Κανδύλα και η δικηγόρος και ερευνήτρια στο ΕΛΙΑΜΕΠ, Ευαγγελία Ψυχογιοπούλου, οι οποίες διενήργησαν έρευνα και κατέληξαν σε προτάσεις «πολιτικής για την ενίσχυση της ελευθερίας και της ανεξαρτησίας των μέσων ενημέρωσης στην Ελλάδα».
Οι κ.κ. Κανδύλα και Ψυχογιοπούλου, αφού διευκρινίζουν ότι οι απόψεις τους δεν αντικατοπτρίζουν υποχρεωτικά τις απόψεις της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, επισημαίνουν ότι η εμπειρική έρευνα που πραγματοποιήθηκε στην Ελλάδα για το πρόγραμμα MEDIADEM επικεντρώθηκε στη μελέτη της
διαμόρφωσης πολιτικής για τα μέσα ενημέρωσης, στη διερεύνηση του σχετικού ρυθμιστικού πλαισίου και στην ανάλυση του τρόπου εφαρμογής
του. Η ανάλυση βασίστηκε στην ελληνική και στην  ευρωπαϊκή βιβλιογραφία, σε νομοθετικά κείμενα, σε πρακτικά κοινοβουλευτικών  συνεδριάσεων, σε εκθέσεις πεπραγμένων, σε έγγραφα κρατικών και μη κρατικών φορέων με
αρμοδιότητες στο χώρο των μέσων ενημέρωσης, σε άρθρα από τον τύπο, καθώς και σε πληροφορίες που συλλέχθησαν μέσω ημι-δομημένων συνεντεύξεων
με βουλευτές, δημόσιους  υπαλλήλους, ανεξάρτητες αρχές, δημοσιογράφους, δημοσιογραφικές ενώσεις και  εκπροσώπους των μέσων ενημέρωσης.
Σύμφωνα με τα αποτελέσματα της έρευνάς τους, «η ελληνική πολιτική για τα μέσα  ενημέρωσης, αντιληπτή ως το σύνολο των μέτρων και των διαδικασιών που ακολουθούνται  για τη λήψη και την εφαρμογή τους,  έχει έντονα πολιτικοποιημένο χαρακτήρα. Οι σχέσεις συνδιαλλαγής που αναπτύγχθηκαν ανάμεσα στην πολιτική τάξη και τα μέσα ενημέρωσης  υπονόμευσαν σε σημαντικό βαθμό τη λειτουργία των μέσων ενημέρωσης ως ανεξάρτητων φορέων πληροφόρησης σε μια δημοκρατική κοινωνία. Παράλληλα, η συγκέντρωση της
ιδιοκτησίας των μέσων ενημέρωσης σε έναν περιορισμένο αριθμό επιχειρηματιών, μαζί με την περιθωριοποίηση της δημόσιας ραδιοτηλεόρασης και την έλλειψη γενικότερου  δημοσιογραφικού επαγγελματισμού, ενίσχυσαν την τάση αυτή. Η οικονομική κρίση που τώρα πλήττει τη χώρα και η ανάγκη προσαρμογής
στις αλλαγές που φέρνει το διαδίκτυο,  τόσο στον τρόπο ενημέρωσης, όσο και στο οικονομικό μοντέλο των παραδοσιακών μέσων  ενημέρωσης, θέτουν νέες προκλήσεις για την ανεξαρτησία των μέσων και την ελευθερία της
έκφρασης μέσω αυτών».
ΟΙ ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ
Συνοπτικά, οι προτάσεις τους είναι:
1. Διασφάλιση της σταθερότητας των θεσμικών φορέων που είναι επιφορτισμένοι με το σχεδιασμό της πολιτικής για τα μέσα ενημέρωσης.
2. Διεύρυνση των συμμετοχικών διαδικασιών και διαμόρφωση πολιτικής βάσει
τεκμηριωμένων στοιχείων (evidence-based policy making).
3. Διασφάλιση της ανεξαρτησίας του Εθνικού Συμβουλίου Ραδιοτηλεόρασης
4. Εφαρμογή του ρυθμιστικού πλαισίου για τη μετάβαση στην επίγεια ψηφιακή
τηλεόραση.
5. Αποτροπή της υπέρμετρης συγκέντρωσης της ιδιοκτησίας των μέσων ενημέρωσης.
6. Θωράκιση της ανεξαρτησίας των δημόσιων ραδιοτηλεοπτικών μέσων.
7. Επανασχεδιασμός του θεσμικού πλαισίου για τις κρατικές επιχορηγήσεις στον Τύπο και την κατανομή της διαφημιστικής δαπάνης του Δημοσίου στα μέσα ενημέρωσης.
8. Άρση νομικών και δικαστικών περιορισμών στην άσκηση της ελευθερίας της
έκφρασης.
9. Ενίσχυση της ανεξαρτησίας των δημοσιογράφων και προώθηση των αρχών της
δημοσιογραφικής δεοντολογίας.
10. Ενίσχυση των δράσεων για την παιδεία και την αγωγή στα μέσα ενημέρωσης.
ΤΟ ΕΣΡ
Αναφερόμενες στο Εθνικό Συμβούλιο Ραδιοτηλεόρασης (ΕΣΡ) κάνουν λόγο για έλλειψη επαρκούς «ρυθμιστικής ανεξαρτησίας», παρά την ύπαρξη του Εθνικού Συμβουλίου  Ραδιοτηλεόρασης (ΕΣΡ), το οποίο κατοχυρώνεται συνταγματικά ως ανεξάρτητη αρχή με αρμοδιότητες στο χώρο των ραδιοτηλεοπτικών μέσων και υποστηρίζουν: «Η επιφυλακτική στάση της πολιτείας ως προς τη θωράκιση της ανεξαρτησίας του ΕΣΡ εκφράζεται καταρχήν στον τρόπο διορισμού των μελών του, στον τρόπο συγκρότησής της αρχής, καθώς και στη μη αναγνώριση της
οικονομικής και οργανωτικής αυτοτέλειας του Συμβουλίου. Επιπλέον, το κράτος δεν έχει λάβει τα απαραίτητα μέτρα για να διευκολύνει την εποπτεία της ραδιοτηλεοπτικής  δραστηριότητας από το ΕΣΡ (συμπεριλαμβανομένων αναγκαίων τροποποιήσεων του  νομοθετικού πλαισίου) και δεν έχει
εκχωρήσει σημαντικές κανονιστικές αρμοδιότητες στο Συμβούλιο».
Τονίζουν ότι «οι αποφάσεις του ΕΣΡ που σχετίζονται με το ραδιοτηλεοπτικό περιεχόμενο δε φανερώνουν κάποια ιδιαίτερη ευαισθησία ως προς την προστασία των μέσων ενημέρωσης από εξωτερικές (πολιτικής ή άλλης φύσεως) παρεμβάσεις.  Αντίθετα, το Συμβούλιο έχει κατά καιρούς επιβάλει κυρώσεις που έχουν χαρακτηριστεί ως  περιοριστικές της ελευθερίας του λόγου με το αιτιολογικό της προστασίας της  προσωπικότητας των δημόσιων προσώπων και των θεσμών».
Η ΕΡΤ
Ως προς την ΕΡΤ σημειώνουν ότι «η πολιτική τάξη διαθέτει την ικανότητα παρέμβασης  στη λειτουργία του δημόσιου ραδιοτηλεοπτικού φορέα (ΕΡΤ). Η εκτελεστική εξουσία  διορίζει απευθείας την πλειοψηφία των μελών του διοικητικού συμβουλίου της ΕΡΤ και μπορεί να τα ανακαλεί ελεύθερα.
Επιπλέον, διατηρεί τον πολιτικό έλεγχο των οικονομικών της ΕΡΤ, δια της έγκρισης του προϋπολογισμού της. Το πλαίσιο αυτό δημιουργεί πρόσφορο
έδαφος για την υπονόμευση της συντακτικής, προγραμματικής και οικονομικής ανεξαρτησίας της ΕΡΤ, ενώ παράλληλα βλάπτει την αξιοπιστία της απέναντι στους πολίτες. Είναι άξιο απορίας λοιπόν εάν η ΕΡΤ μπορεί να ανταποκριθεί στη δημόσια αποστολή της και να προσφέρει ανεξάρτητη ενημέρωση στο σύγχρονο ψηφιακό περιβάλλον. Οι ισχυρές πιέσεις για τη μείωση της χρηματοδότησής της
μάλλον δεν κινούνται προς την κατεύθυνση αυτή, μιας και έχουν περιορίσει το περιεχόμενο του προγράμματός της».
Η ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ
ΤΗΣ ΕΚΦΡΑΣΗΣ
Μεγάλο ενδιαφέρον παρουσιάζει και η ενότητα με θέμα την «άρση νομικών και δικαστικών περιορισμών στην άσκηση της ελευθερίας της έκφρασης».
Οπως επισημαίνουν οι ερευνήτριες, «στην Ελλάδα, η εξύβριση και η δυσφήμιση ανήκουν στα εγκλήματα κατά της τιμής και υπάγονται στις διατάξεις του Ποινικού Κώδικα, επισύροντας χρηματική ποινή ή ποινή φυλάκισης. Η ύπαρξη και μόνο των διατάξεων αυτών είναι αρκετή για να περιορίσει την ελευθερία της έκφρασης του δημοσιογράφου, να αποτρέψει την κριτική ισχυρών προσώπων και να οδηγήσει σε αυτολογοκρισία. Την ίδια στιγμή, η ελληνική νομολογία εμφανίζει μια τάση περιοριστικής ερμηνείας της ελευθερίας της έκφρασης σε υποθέσεις που σχετίζονται με την άσκηση κριτικής σε δημόσια πρόσωπα και δημόσιους λειτουργούς. Όσον αφορά τη φύση εκφράσεων ικανών να βλάψουν την υπόληψη ενός ατόμου, τα εθνικά δικαστήρια δεν προβαίνουν συστηματικά στο
διαχωρισμό πραγματικών γεγονότων και αξιολογικών κρίσεων, διάκριση που αποτελεί βασικό στοιχείο της νομολογίας του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων (ΕΔΑΔ). Η μη τήρησή της έχει οδηγήσει σε καταδίκη της Ελλάδας για παραβίαση του άρθρου 10 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ).
Ο νομοθέτης και οι Έλληνες δικαστές οφείλουν να προστατεύουν την ελευθερία της έκφρασης όπως αυτή κατοχυρώνεται στο άρθρο 10 της ΕΣΔΑ. Προς το σκοπό αυτό, οφείλουν, μεταξύ άλλων, να βελτιώσουν την εφαρμογή των αποφάσεων του ΕΔΑΔ. Προσοχής χρήζουν τα ακόλουθα μέτρα:
•Μη υπαγωγή της εξύβρισης και της δυσφήμισης στον Ποινικό Κώδικα.
•Δημιουργία, σε εθνικό επίπεδο, ενός μηχανισμού για τη συστηματική εξέταση των
μέτρων συμμόρφωσης των ελληνικών αρχών προς τις αποφάσεις του ΕΔΑΔ και την αξιολόγησή τους (π.χ. σύσταση μιας ειδικής κοινοβουλευτικής επιτροπής).
•Εξοικείωση και επιμόρφωση των Ελλήνων δικαστών όλων των βαθμίδων ως προς τη νομολογιακή προσέγγιση του ΕΔΑΔ όσον αφορά το άρθρο 10 της ΕΣΔΑ.
Σε άλλο σημείο της έρευνας επισημαίνεται ότι οι δημοσιογράφοι και τα συλλογικά τους όργανα οφείλουν να εφαρμόσουν ένα σύστημα αυτορρύθμισης που θα προασπίζει την αυτονομία των δημοσιογράφων και θα ενισχύει  την υπευθυνότητα τους προς το κοινωνικό σύνολο. Τα ίδια τα μέσα ενημέρωσης οφείλουν να υιοθετήσουν πρακτικές ηθικής συμπεριφοράς».
Να σημειωθεί ότι στην ιστοσελίδα http://www.mediadem.eliamep.gr/wp-content/uploads/2012/11/Greece.pdf έχει αναρτηθεί όλη η έρευνα που αφορά τα ΜΜΕ και την ελευθερία του Τύπου στην Ελλάδα.
Η ιστοσελίδα του προγράμματος είναι: http://www.mediadem.eliamep.gr/
(Χανιώτικα νέα - 1/4/2013)
Link: http://www.haniotika-nea.gr/118668-protaseis-gia-tin-aneksartisia-twn-dimosiografwn/

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου