Σάββατο, 4 Μαρτίου 2017

Αφιέρωμα στη μνήμη του Νίκου Κούνδουρου: "Η ώρα της θεωρίας πέρασε"

Η “ώρα της θεωρίας πέρασε”, έλεγε ο Νίκος Κούνδουρος σε μία από τις συναντήσεις μας στα Χανιά. Δύο συνεντεύξεις είχε δώσει στις “Διαδρομές” τα τελευταία χρόνια, σε κάποιες από τις επισκέψεις του στα Χανιά αλλά και ευρύτερα στην Κρήτη. Αλλωστε, ο ίδιος είχε Κρητική καταγωγή (από Αγιο Νικόλαο με ρίζες στα Σφακιά) και διατηρούσε συνεχώς δεσμούς με το νησί που τόσο αγαπούσε.
«Παλεύω για την Κρήτη που ονειρεύτηκα», έλεγε.
Οι συζητήσεις μαζί του ήταν συναρπαστικές.
Ο ίδιος ήταν πάντα χειμαρρώδης, εκρηκτικός και ανατρεπτικός.
Με αφορμή τον θάνατο του μεγάλου Ελληνα σκηνοθέτη πριν από λίγες μέρες, σε αυτό το αφιέρωμα σταχυολογούμε αποσπάσματα από τις δύο συνεντεύξεις, η πρώτη από τα πρώτα χρόνια κυκλοφορίας των “Διαδρομών” και η δεύτερη από το 2010, χρονιά που τον είχε τιμήσει το ΔΗΠΕΘΕΚ.
Ο Νίκος Κούνδουρος μας είχε πει:

-Για τη Μακρόνησο: «Τα πρώτα μου κινηματογραφικά βήματα τα έκανα στη Μακρόνησο όπου, από παρεξήγηση γιατί ήμουν σπουδαστής Αρχιτεκτονικής, νόμιζαν ότι ήμουν και αρχιτέκτονας και μου ανέθεσαν να κτίσω ένα θέατρο. Εγώ με το θάρρος της νιότης μου και επειδή ήμουν ικανό παιδί, έτσι κι αλλιώς, το ανέλαβα. Ερχομαι στην Αθήνα, παρακολουθώ τα θέατρα, καταγράφω το θέατρο του Διόνυσου και το αντιγράφω στο Μακρονήσι. Εκεί, 4.000 άνθρωποι κουβάλαγαν πέτρες από τα νταμάρια για να κτιστεί αυτό το θέατρο. Οι 4.000 άνδρες ήταν για μένα ένας δρόμος προσέγγισης σε ένα λαό που δυστυχώς τον αγνοούσα και τον έμαθα εκεί… Κατάλαβα ότι το θέατρο ήταν βήμα λόγου και ότι πιο πολύτιμη από τις πέτρες ήταν η διαχείριση του θεάτρου. Και άρχισα πονηρά, γλιστρώντας από τη λογοκρισία και από τις παγίδες, να επεξεργάζομαι ένα είδος ουδέτερου θεάτρου, το οποίο όμως περιείχε την ιδεολογία μας, την ιδεολογία χιλιάδων ανθρώπων που ήταν στριμωγμένη σε εκείνο το κολαστήριο. Και έτσι βρέθηκα ξαφνικά να επιλέγω και να σκηνοθετώ έργα. Αλλα έργα περνάγανε, άλλα όχι, αλλά τα κόβανε στη μέση. Και έγινα χαλκιάς λοιπόν».

-Για το έργο του το “Μπορντέλο” (1985) που αφορά την Κρήτη κατά την περίοδο της Κρητικής Πολιτείας, τις Μεγάλες Δυνάμεις και την περίφημη Μαντάμ Ορτάνς: «Είχα μια έμμονη ιδέα, να ασχοληθώ με την Κρήτη. Εχω και μια φαμίλια η οποία έχει ρίζες και στην επανάσταση, αλλά και γνώρισα τον Βενιζέλο εγώ ο ίδιος ως μωρό. Ο Βενιζέλος με κράταγε από το χέρι και με πήγε περίπατο. Αυτά ήταν σαλεμένες μνήμες και λέω, θα κάνω τάμα στην Κρήτη. Αλλά επειδή δεν είμαι εθνικόφρονας, ανακάλυψα το πιο παράδοξο, το πιο ακραίο. Να πω κάτι ενδεικτικό. Η ταινία αυτή είχε ένα όνομα, Ρόζα Βοναπάρτη λεγόταν, που ήταν το όνομα της Μαντάμ Ορτάνς. Και εγώ την ονόμασα “Το Μπορντέλο”. Αποποιήθηκα δηλαδή την καλλιέπεια. Ηταν ένα μπορντέλο ιδεολογικό. Αγγλοι, Γάλλοι, Πορτογάλοι είχαν μαζευτεί εδώ στα Χανιά για να ορίσουν τη μοίρα του νησιού. Η Μαντάμ Ορτάνς, η πόρνη, ήταν ένα άλλοθι. Αυτό που με ενδιέφερε ήταν οι τέσσερις στόλοι. Και πια δραματουργικά επικέντρωσα στους αξιωματικούς, το παζάρι το οποίο παιζόταν για τη μοίρα της Κρήτης, στο σπίτι όπου η Μαντάμ Ορτάνς και οι κοπέλες της, δεχόντουσαν όλους τους αξιωματικούς».

-Για την “τάξη” και την “αταξία”: «Ποια τάξη; Ποιος υπερασπίζεται κάποια τάξη; Αταξία υπερασπιζόμαστε όλοι μας, ο καθένας στον χώρο που ανήκει. Αλλά, με την τάξη δεν βγαίνει τίποτα. Σύμφωνα με μια παλιά ρήση, μόνο στο νεκροταφείο μπορεί κανείς να επικαλεστεί την τάξη. Το νεκροταφείο δεν μιλάει.
Ο,τι χειρότερο υπάρχει στον κόσμο είναι η σιωπή. Λοιπόν φώναξε. Το δίκιο σου, το δίκιο μου. Αντιπαρέθεσε τις φωνές σου στις φωνές μου. Αυτό είναι η παρηγοριά, ότι τα πάντα ρει. Ότι σαλεύουμε. Αντε και δεν σαλέψουμε, πεθάναμε. Αντε και πεθάναμε δεν σαλεύουμε, αντίστροφα».

-Για τη μη ενεργή ενασχόλησή του με την πολιτική:  «Δεν μου πήγαινε σαν διαχείριση του εαυτού μου, διότι έβλεπα τι σημαίνει να είσαι πολιτικός, έβλεπα τα συν και τα πλην, την εξουσία που καλώς ή κακώς έχει δώσει ο λαός στον όποιο πολιτικό… Από τους 300 βουλευτές της Βουλής μας, οι 100 είναι μαιευτήρες.
Θέλω να πω ότι η Ελλάδα είναι ένα ιδεολογικό “μπορντέλο”, ένα “μπορντέλο” οικονομικό, ζούμε αυτή την στιγμή την πεμπτουσία της λέξης “μεταχείριση”. Και για την λέξη “μπορντέλο” δεν λυπάμαι καθόλου. Μπορεί η λέξη να μοιάζει λιγάκι χυδαία ή αντικοινωνική, όμως έτσι είναι. Είτε θέλουμε, είτε δεν το θέλουμε. Είχα κάνει μια ταινία κάποτε με τον τίτλο “Το μπορντέλο” στο οποίο εννοούσα την ανάμειξη των Γάλλων, Γερμανών, των Ρώσων και των Ιταλών στη διαχείριση του νησιού το 1890. Ετσι είναι η Ελλάδα αυτή την ώρα, είτε θέλουμε είτε δεν το θέλουμε, να το παραδεχτούμε».

-Για τον κρητικό λαό είχε πει: «Αυτός ο σοβινισμός που τα τελευταία χρόνια έχει καταγγελθεί ως πληγή της παγκόσμιας αναστάτωσης, αυτό που για άλλους λαούς αποτελεί μειονέκτημα,είναι η ευλογία του Κρητικού λαού. Η αγάπη των Κρητικών για τον τόπο τους, η αγάπη για την κληρονομιά τους είναι αυτό που τους σώζει. Ο Κρήτας είναι πιο έξυπνος από άλλους λαούς, έχει ένα μυαλό ευκίνητο, παιδευμένο ακόμη και μέσα στην αγραμματοσιά του. Εχει ένα μυαλό το οποίο “γέννησε” ένα είδος Αναγέννησης, την ώρα που η υπόλοιπη Ελλάδα, βόγκαγε και στέναζε κάτω από το πέλμα του Τούρκου. Και έτσι επέζησε. Ποιο μέρος της Ελλάδας έχει παράξει έργο όπως την Κρητική ποίηση του 16ου αιώνα; Ουσιαστικά ο Κρήτας δεν υποτάχτηκε ποτέ στους Τούρκους, τους Βενετσιάνους, τους Αραβες. Κράτησε την περηφάνια του. Εγώ με υπερηφάνεια αποδέχομαι τον χαρακτηρισμό του σοβινιστή. Είμαι Κρητικός και ψάχνω όσο μπορώ πιο πίσω την ράτσα μου».

-Για το τι είναι αυτό που τον δένει με την Κρήτη: «Η ανάγκη. Μια λέξη δύσκολη. Αν δεν ήμουν Κρητικός, τι θα ήμουν δηλαδή; Αν δεν είχα αγάπη και πάθος στο χώμα μου που με γέννησε, στο σημερινό μυαλό των Κρητικών, στην κουλτούρα τους. Ομως σήμερα η Κρήτη -παρά την ανάπτυξη- είναι ένα νησί που έχει παραδοθεί στον τουρισμό και δεν μπορεί να παινευτεί κανένας ότι είναι πια μπροστάρικο στην πνευματική ζωή μας. Είναι ένα νησί καταδικασμένο σε μια πνευματική εξαφάνιση. Αυτή η εξαφάνιση έχει μια δραματικότητα κι είμαι μέρος αυτής της εξαφάνισης. Εγώ παλεύω ακόμα με την Κρήτη, για την Κρήτη! Και ξέρω πως αυτή η απεγνωσμένη πάλη στην οποία αναφέρομαι, δεν σημαίνει πολλά πράγματα, παρά το ότι αναβάλλουμε ξανά και ξανά τον τελικό θάνατο της Κρήτης που ονειρεύτηκα και βλέπω ακόμα στον ύπνο μου… Του νησιού που παρήγαγε έργα τα οποία θα παραμείνουν και μετά τον θάνατο της δικιάς μου γενιάς η οποία ίσως είναι η τελευταία ή η προτελευταία γενιά που προσπαθεί να διαχειριστεί την Κρήτη που ξέραμε… την Κρήτη της επανάστασης, των αγώνων, του Ερωτόκριτου, της μαντινάδας, του ριζίτικου, του λυράρη. Αυτή η Κρήτη τελειώνει… είμαστε οι τελευταίοι υπερασπιστές της».

-Σε επισήμανσή μας ότι ο Μάνος Χατζιδάκις είχε πει ότι ο αριστερός είναι ο άνθρωπος που δεν συμβιβάζεται, είχε απαντήσει: «Ο δεξιός; Δεν ήταν δεξιός ποτέ, ούτε μπορούσε να είναι. Πραγματικά, τι αντιπροσωπεύει η αριστερά για ‘μας τους αριστερούς; Έναν άκρατο φιλελευθερισμό και μια άκρατη δικαιοσύνη. Τίποτα άλλο. Ούτε κόμμα θέλουμε, ούτε την Παπαρήγα θέλουμε, τίποτα δεν θέλουμε. Θέλουμε να νιώσουμε τον άνθρωπο ελεύθερο από τον άνθρωπο. Γι΄ αυτό αγωνιζόμαστε από πιτσιρίκια. Εγώ με θυμάμαι από 16 χρονών παιδάκι με τη γροθιά ψηλά να ουρλιάζω στους δρόμους. Τώρα δεν γυρνάω στους δρόμους με τη γροθιά ψηλά, αλλά δεν άλλαξα σε τίποτα. Ο άνθρωπος αντιμέτωπος με τον άνθρωπο και για να το κλείσουμε ακόμα λίγο, ο άνθρωπος αντιμέτωπος με τον εαυτό του. Αυτό είναι όλο το ιδεολογικό πρόβλημά μας.  Από ‘κει και πέρα αυτή η ζωή σε αναγκάζει σε συμβιβασμούς. Κάποιοι από ΄μας συμβιβάστηκαν πιο εύκολα, κάποιοι συμβιβάστηκαν πιο δύσκολα, κάποιο δεν συμβιβάστηκαν καθόλου. Καμιά φορά διερωτώμαι. Εγώ συμβιβασμένος είμαι ή δεν είμαι ή πόσο είμαι. Δεν έχω δώσει απάντηση.
Μα το Θεό δεν έχω απάντηση, στο ότι αυτή τη φορά αποτελώ ένα κατεστημένο, όταν κάποιες γενιές με θεωρούνε Κοτζάμπαση, καθισμένο γερά πάνω στις ανατολίτικες μαξιλάρες μου, να λέω συνεντεύξεις. Αυτό δεν μ΄ αρέσει. Θα ‘χεις παρατηρήσει την ιστορία μου στην τηλεόραση. Εχω μια τεράστια επιτυχία ως υβριστής. Βρίζω, γαμωσταυρίζω, είμαι απρεπής και το κάνω και επίτηδες. Και ξέρεις γιατί το κάνω επίτηδες; Γιατί κατάλαβα ότι η ώρα της θεωρίας πέρασε».

Μιχ. Αεράκης: «Ηταν η προσωποποίηση της αλληλεγγύης»

Ο σπουδαίος σκηνοθέτης, που έφυγε πρόσφατα από τη ζωή, ερχόταν συχνά στα Χανιά καθώς εδώ ζει το ζευγάρι που, τo 1983, είχε παντρέψει: ο καλλιτεχνικός διευθυντής του ΔΗΠΕΘΕΚ Μιχάλης Αεράκης με τη σύζυγό του. Ο γιος του Νίκου Κούνδουρου, Σήφης Κούνδουρος έχει βαφτίσει το γιο του Μιχάλη Αεράκη, Σπύρο.
Ο Μιχάλης Αεράκης μας λέει: «Ο Νίκος Κούνδουρος ήταν πνευματικός μου πατέρας και πατέρας που μου έμαθε τι σημαίνει ζωη γενικότερα. Είχε καταγωγή από τον Αγιο Νικόλαο και ρίζες από τα Σφακιά. Οπου κι αν έμενε, η πόρτα του σπιτιού του ήταν ανοιχτή γιατί αυτό του το είχε μάθει η μάνα του. Του είχε μάθει να έχει τις πόρτες ανοιχτές για όλους τους άνθρωπους και κυρίως για τους πιο αδύναμους. Ηταν η προσωποποίηση της πραγματικής αλληλεγγύης. Ηταν ένας ασυμβίβαστος άνθρωπος μολονότι καταγόταν από μια καθαρά αστική οικογένεια και θα μπορούσε να ζήσει στην ασφάλεια που του παρείχε αυτή η οικογένεια. Στη Μακρόνησο γνώρισε τον Θανάση Βέγγο. Το ΔΗΠΕΘΕΚ τον είχε τιμήσει το 2010 και πρώτη φορά παρουσιάσαμε οπτικοποιημένα όλες του τις ταινίες».
(Χανιώτικα νέα - Διαδρομές - 4/3/2017)
Link: http://www.haniotika-nea.gr/i-ora-tis-theorias-perase/

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου