Σάββατο, 7 Φεβρουαρίου 2015

Ελίζαμπεθ Κούτι: "Οι μύθοι προκαλούν φόβο, αλλά και λύτρωση"

Της ΜΑΡΙΑΣ ΜΥΣΤΑΚΙΔΟΥ
Η διεθνούς φήμης ηθοποιός και θεατρική συγγραφέας επισκέφθηκε το Μουσείο Τυπογραφίας και μίλησε στις “διαδρομές” για το “Παντελόνι από λέπια”, τη σχέση της με την Κρήτη και την αγάπη της για τους μύθους.
Λατρεύει τη Μήδεια, διδάσκει αρχαία ελληνική τραγωδία στο Πανεπιστήμιο του Εσσεξ, είναι μαμά δυο αγοριών και κουβαλά μαζί της ένα σωρό μύθους και ιστορίες όχι μόνο από την πατρίδα της, την Αγγλία, αλλά από κάθε γωνιά του πλανήτη.
Η Ελίζαμπεθ Κούτι είναι μια νεαρή σε ηλικία διεθνούς φήμης θεατρική συγγραφέας, ηθοποιός και καθηγήτρια δραματικής που ωστόσο γράφει σαν να έχει πίσω της δεκαετίες εμπειρίας. Αφουγκράζεται τις ιδιαιτερότητες κάθε περιοχής, νιώθει το περιβάλλον γύρω της και μετατρέπει τα συναισθήματά της σε γλαφυρά κείμενα θεατρικών παραστάσεων.
Οι μύθοι και οι θρύλοι τής δίνουν έναυσμα και έμπνευση, ενώ την ίδια στιγμή μπλέκει με χαρακτηριστική άνεση, αιώνες που πέρασαν με το σήμερα, εποχές παλιές με το τώρα, μνήμες του παρελθόντος με αγωνίες και σκέψεις του παρόντος.
Η Ελίζαμπεθ Κούτι ήρθε στα Χανιά, καλεσμένη του Μιχάλη Βιρβιδάκη -σε ένα ταξίδι αστραπή δύο ημερών- για να παρακολουθήσει στο Θέατρο Κυδωνία την παράσταση “Παντελόνι από λέπια”, μια παράσταση που η ίδια έγραψε, πρωτοανέβηκε στην θεατρική σκηνή το 2013 και έκανε αμέσως αίσθηση.

-«Πώς νιώθεις που θα δεις δικό σου έργο, να παίζεται σε ελληνικό θέατρο, κάτι πολύ οικείο, αλλά σε μια εντελώς άγνωστη σε σένα γλώσσα;» την ρωτώ στο Μουσείο Τυπογραφίας όπου βρεθήκαμε λίγες ώρες πριν την παράσταση.

Είναι πολύ συγκινητικό. Είμαι πολύ χαρούμενη που το έργο μου “έφτασε” στην Ελλάδα, και παίζεται εδώ. Αυτή είναι και η χαρά της δουλειάς κάθε θεατρικού συγγραφέα, εξάλλου. Να βλέπουμε τα γραπτά μας να πηγαίνουν από χώρα σε χώρα, να “ζωντανεύουν” ανά τον κόσμο. Δικές μου ανησυχίες και προβληματισμοί, να γίνονται κοινοί με εκείνους ανθρώπων άλλων χωρών και κουλτούρας. Είναι μοναδικό συναίσθημα. Μου έχει συμβεί ακόμη μια φορά, όταν πήγα στην Γερμανία για να παρακολουθήσω μια παράσταση που είχα γράψει. Και η αίσθηση είναι, σαν ξαφνικά, να καταλαβαίνεις μια γλώσσα που δεν γνωρίζεις. Ξέρω το έργο, ξέρω την υπόθεση και νιώθω σαν να μπορώ να το παρακολουθήσω σε οποιαδήποτε γλώσσα και αν το δω.

-Το “Παντελόνι από λέπια” έχει μια ιδιαίτερη οπτική. Τρεις εποχές μπερδεύονται αριστοτεχνικά, σε ένα έργο σκοτεινό και πολύ δυνατό. Πώς “γεννήθηκε” η ιδέα; 

Η ιδέα ξεκίνησε από τον μύθο του “αγριάνθρωπου” που βρέθηκε στο Ορφορντ Νες, έναν μύθο του 12ου αιώνα που ακόμα και στις μέρες μας διηγούνται οι ντόπιοι. Επισκέφθηκα την περιοχή πολλές φορές, και όντως το σημείο έχει κάτι το μυστηριακό. Εκεί, έγιναν κάποια πειράματα με πυρηνικά, κατά τη διάρκεια του Ψυχρού Πολέμου, και υπάρχουν εγκαταστάσεις που ακόμα και σήμερα μπορεί να δει όποιος επισκεφθεί την περιοχή. Στο μυαλό μου λοιπόν, άρχισε να “δένει” η ιστορία, με τους περίεργους θορύβους, τα πειράματα, τη θάλασσα, τα “τρελαμένα” ραντάρ, τον αγριάνθρωπο. Ηταν και κάποιοι στίχοι του Σαίξπηρ που ταίριαζαν απόλυτα με το Ορφορντ Νες και τριγύριζαν στο μυαλό μου: «Αυτό το νησί είναι γεμάτο θορύβους, παράξενους ήχους και γλυκές μελωδίες» (σ.σ.: Από το έργο του Σαίξπηρ “Τhe tempest”, “Η τρικυμία”, που θεωρείται πως είναι το τελευταίο που έγραψε το 1610-1611). Εκείνο που ήθελα ήταν ένα ακόμα πρόσωπο, ένα πρόσωπο του σήμερα που να βρίσκεται σε κατάσταση στρες και αναποφασιστικότητας. Εκείνο το πρόσωπο ήταν η Μογκ, που κατέφυγε στο νησί με ένα σπαραξικάρδιο δίλημμα…

-Μου είπε ο Μιχάλης (σ.σ: ο Μιχάλης Βιρβιδάκης, σκηνοθέτης της παράστασης “Παντελόνι από λέπια”) ότι υπάρχει “δεσμός” του έργου με την Κρήτη. Ξεκίνησες να γράφεις την ιστορία στην Ελούντα…

Ναι, όντως ξεκίνησα να γράφω σε διακοπές μου στην Κρήτη, και πάλι δίπλα στη θάλασσα. Το υγρό στοιχείο έχει μια μαγεία, έναν μυστικισμό, μπορεί να είναι τρομαχτικό και ταυτόχρονα να σε ηρεμεί, να είναι μια όμορφο και μια δυσοίωνο… Στην Ελούντα λοιπόν ξεκίνησα να γράφω. Και κάπως έτσι, η ιστορία μου, το “Παντελόνι από λέπια” γύρισε σπίτι του, παίζεται εδώ, όπου ξεκίνησε να γράφεται.

-Οι μύθοι και οι θρύλοι έχουν ιδιαίτερη βαρύτητα και γοητεία ανεξαρτήτως εποχής. Στο “Παντελόνι από λέπια” διακρίνω κάτι από τον “δικό” μας Οιδίποδα. Το παιδί που “πέταξαν” για να πεθάνει, αλλά εκείνο κατάφερε να επιβιώσει και γύρισε πίσω, προκαλώντας σύγχυση και ανατροπές. Κάπως έτσι έγινε και με τον “αγριάνθρωπο”… Γιατί αγαπάμε τόσο τους μύθους; Υπάρχει κάποιος μύθος από την ελληνική δραματουργία που αγαπάς ιδιαίτερα;

Οι μύθοι είναι πολύ δυνατοί, γιατί λένε ιστορίες ανείπωτες, προσπαθούν να εξηγήσουν τα ανεξήγητα. Και προκαλούν φόβο αλλά και λύτρωση. Γιατί είναι μύθοι, οπότε υποτίθεται πώς είναι ψέματα, όμως έχουν πολλά στοιχεία αλήθειας που σε κάνουν να αναρωτιέσαι “και αν όντως ήταν έτσι;”, ή “αν κάτι από αυτά είναι αλήθεια;”. Προσωπικά θεωρώ ότι με τους μύθους ο κόσμος διηγείται ιστορίες που όντως έγιναν. Ή που έγιναν σε μεγάλο βαθμό. Για παράδειγμα ο αγριάνθρωπος. Πιστεύω ότι μπορεί όντως, τον 12ο αιώνα, να πέταξαν στη θάλασσα για να “ξεφορτωθούν” ένα παιδί. Μπορεί να ήταν αυτιστικό και να μην μπορούσε να μιλήσει. Μπορεί να είχε κάποια δυσμορφία. Πάντως διέφερε και αυτό προκαλούσε πρόβλημα. Γενικά το διαφορετικό πάντα προκαλεί πρόβλημα. Σε όλες τις εποχές. Εκείνο που κάνει τους μύθους να διατηρούνται ζωντανοί από στόμα σε στόμα είναι αυτό ακριβώς. Προβάλλουμε τις ανησυχίες μας, τους προβληματισμούς μας, μέσα από κάτι που υποτίθεται είναι ψέμα. Ποιον ελληνικό “μύθο” προτιμώ… (Σκέφτεται μερικά λεπτά, χαμογελά και απαντά): …Την “Μήδεια” μάλλον, είναι πολύ έντονη προσωπικότητα, γεμάτη πάθη. Διδάσκω αρχαία ελληνική τραγωδία και αγαπώ σχεδόν κάθε ιστορία, αλλά ναι, ξεχωρίζω την “Μήδεια”. Η “Αντιγόνη” επίσης είναι από τις αγαπημένες μου.

-Η απόρριψη, το να “εξαφανίζουμε” όσους είναι διαφορετικοί από εμάς, υπάρχει -αρκετά έντονα- σε κάθε κοινωνία, σε κάθε εποχή. Γιατί στρεφόμαστε μακριά από το διαφορετικό; Γιατί το απομονώνουμε ή -ακραία- επιχειρούμε να το εξοντώσουμε;

Πιστεύω πως φοβόμαστε. Είναι η οργή που μας σπρώχνει να διώξουμε μακριά εκείνον που διαφέρει, που μπορεί -κατά το μυαλό μας- να κάνει κακό σε εμάς ή την οικογένειά μας. Οργή γιατί είναι πιο εύκολο να οργιστούμε από το να σκύψουμε και να προσπαθήσουμε να κατανοήσουμε τη διαφορετικότητα. Oμως η οργή θεωρώ ότι προέρχεται από τον φόβο. Βαθιά μέσα μας φοβόμαστε ό,τι δεν μας μοιάζει. Το θέατρο, κάνει κάτι πολύ λυτρωτικό: μας επιτρέπει να “συζητάμε” τους φόβους μας. Οι ιστορίες διηγούνται τους φόβους και έτσι αμβλύνονται και μπορούμε να τους αντιμετωπίσουμε, να τους δούμε στην πραγματική τους υπόσταση, να τους εξορθολογίσουμε. Και μέσα από αυτή τη διαδικασία, να δεχτούμε και το διαφορετικό, να σταματήσουμε να φοβόμαστε…

-Ας γυρίσουμε λίγο στα θεατρικά δρώμενα. Ποιες είναι οι “τάσεις” στην Αγγλία σήμερα;

Από το 2000 και μετά κυριαρχούν τα έργα με πολιτικό περιεχόμενο. Η τρομοκρατία, η καταστροφή του περιβάλλοντος και γενικότερα το μέλλον του κόσμου… Αυτά είναι κυρίως τα θέματα με τα οποία καταπιάνεται το θέατρο στην Αγγλία. Από το 1990 και μέχρι το 2000, κυριαρχούσε θεματολογία σχετική με τον ανθρώπινο ψυχισμό, τα πάθη, τις εσωτερικές συγκρούσεις. Αυτό τώρα έχει δώσει την θέση του στο πολιτικό θέατρο. Και είναι ενδιαφέρον που πολλές γυναίκες, θεατρικές συγγραφείς έχουν γράψει σπουδαία πολιτικά έργα. Καταρρίπτοντας έτσι την λανθασμένη εντύπωση που θέλει τις γυναίκες να γράφουν μόνο για τον έρωτα, τις σχέσεις κ.λπ…

-Αφιερώσατε χρόνο, από τον ελάχιστο που είχατε σε αυτό το ταξίδι σας στα Χανιά, για να δείτε και το Μουσείο Τυπογραφίας. Πώς σας φάνηκε η επίσκεψη;

Είναι ένα εκπληκτικό Μουσείο. Υπέροχο. Σε κάθε βήμα μπορώ να δω, να νιώσω την αγάπη και την άοκνη δουλειά που έχει γίνει για να φτιαχτεί αυτός ο χώρος έτσι ώστε να αποκαλύπτει την ιστορία της τυπογραφίας. Μου έκανε επίσης εντύπωση το ότι ο επισκέπτης μπορεί να “αγγίξει” τα μηχανήματα, να τυπώσει ο ίδιος, να καταλάβει μέσα από την εμπειρία αυτή πώς λειτουργούσε η τυπογραφία. Και για τα παιδιά φαντάζομαι θα είναι μοναδική εμπειρία, αφού βλέπουν πράγματα που ούτε που θα φαντάζονται, μεγαλωμένα σε μια εποχή τεχνολογικής άνθισης. Ανυπομονώ να ξανάρθω, μαζί με τα παιδιά μου και να δούμε και πάλι το Μουσείο με την καινούργια αίθουσα και όλα όσα ετοιμάζετε εδώ.

Η Ελίζαμπεθ Κούτι

Η Ελίζαμπεθ Κούτι γεννήθηκε στην Αγγλία. Σπούδασε αγγλική φιλολογία στο Balliol College της Οξφόρδης και ολοκλήρωσε το μεταπτυχιακό της στο King’s College του Λονδίνου. Το 1993, συνέχισε τις σπουδές της στο Trinity College στο Δουβλίνο όπου τελείωσε την διατριβή της με θέμα τις γυναίκες θεατρικούς συγγραφείς του 18ου αιώνα.
Από το 2004 διδάσκει στο Πανεπιστήμιο του Eσσεξ στο τμήμα Λογοτεχνίας, Κινηματογράφου και Θεάτρου. Εχει εμφανιστεί ως ηθοποιός σε θεατρικές παραστάσεις, και γράφει έργα για το θέατρο και το ραδιόφωνο. Το πρώτο της έργο με τίτλο “A Trip to Bath” που μετονομάστηκε “The Whisperers” παρουσιάστηκε το 1999.
Εχει βραβευτεί με το Susan Smith Blackburn Award.
Το Παντελόνι από Λέπια (Fishskin Trousers) γράφτηκε με την υποστήριξη του Φεστιβάλ RADA το 2013. Το πιο πρόσφατο έργο της “The Broken Token” ασχολείται με έναν περιοδεύων θιάσο του 18ου αιώνα, στην Αγγλία.
(Χανιώτικα νέα - Διαδρομές - 7/2/2015)
Link: http://www.haniotika-nea.gr/mithi-prokaloun-fovo-alla-ke-litrosi/

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου