“Τα δικά μου Χανιά είναι εντός των τειχών της παλιάς πόλης και οπωσδήποτε πάρα πολύ κοντά σε αυτό που γράφει μια επιγραφή ότι «οι νύχτες μας είναι κουρασμένες και αξημέρωτες, αλλά αυτό συμβαίνει γιατί είμαστε ανυπότακτοι στο χρόνο»”, λέει στο zarpanews.gr, o Κώστας Λειβαδάς. “Αυτή η ζωή μέσα στην παλιά πόλη είναι επικοινωνία αυτόματα με την ποιητική διάσταση των πραγμάτων”, τονίζει.
Ο γνωστός μουσικός (συνθέτης, τραγουδοποιός), ο οποίος έχει γράψει μερικά από τα κορυφαία ελληνικά τραγούδια της τελευταίας εικοσαετίας, όπως το “Σαν να μην πέρασε μια μέρα”, την “Επιμονή σου”, τα “παιδιά των δρόμων”, το “πιάσε με” και πολλά άλλα, βρίσκεται μονίμως με το ένα πόδι στην Αθήνα όπου κατοικεί και με το άλλο στα Χανιά από τα οποία έχει καταγωγή λόγω της μητέρας του.
Πρόσφατα ήρθε για μια ακόμη φορά στα Χανιά και, μιλώντας στο zarpanews.gr, αναφέρεται στα δικά του Χανιά, σε αναμνήσεις και εντυπώσεις του από την πόλη, σε στιγμές που έχει βιώσει και δεν έχει ξεχάσει αλλά και στο σήμερα.
“Η σχέση μου με τα Χανιά είναι ότι ήταν η μητέρα μου από εδώ και η οικογένειά της… Η μητέρα μου γεννήθηκε στη Χαλέπα, αλλά η οικογένειά της έρχεται από το Νίπος και από το Βαφέ. Το επίθετο της μάνας μου είναι Ποθουλάκη, το γένος είναι Βασιλοδημητράκη και Βασιλομανωλάκη.
Εγώ πρωτοήρθα εδώ δυόμισι χρονών με το “Κάντια”, το καλοκαίρι του ’76. Και πήρα αυτό το πρώτο φως των παιδικών χρόνων, που δεν ξεχνιέται ποτέ όταν φυλακιστεί μέσα μας, σε μια πολύ καλή στιγμή στην Θεοτοκοπούλου, στο παλιό λιμάνι, στην Αγγέλου, γιατί η θεία μου η Ολυμπία έμενε και μένει στη Θεοτοκοπούλου, στο γνωστό σπίτι για το οποίο έγραψα το «Κάθε μπαλκόνι έχει άλλη θέα».
Και ειρήσθω εν παρόδω θεωρώ απίστευτο δώρο ότι οι πιο πολλές από τις φυσιογνωμίες που είδα τότε, δυόμισι, τριών χρονών, πρώτη φορά, 50 χρόνια μετά είναι ακόμη σε αυτό το μαγικό δρόμο. Το οποίο είναι πολύ λίγες οι πιθανότητες να συμβεί…
Και στη Θεοτοκοπούλου, αλλά κυρίως στην Αγγέλου. Δηλαδή άνθρωποι που πρωτοείδα τότε ή λίγο πιο μετά είναι ακόμα εκεί. Όπως είναι ο Γιάννης ο Παπαδουλάκης στο Μελτέμι, όπως είναι ο Κώστας Λιαπάκης στο Τοπ Χανάκ, όπως είναι αργότερα η Καρμέλα με τον Δημήτρη και τα κεραμικά και τα δώρα τους, όπως βέβαια ο Πέτρος Ζορντός και το Φαγκότο, που για μένα αποτέλεσε την αρχή της καλλιτεχνικής μου σόλο γέννησης, δηλαδή σαν μοναχικού καλλιτέχνη, όχι μέσα σε γκρουπ ή σε μπάντα.
Και βέβαια τη δεύτερη γέννησή μου, γιατί έγραψα πολλά από τα πρώτα τραγούδια που μπήκαν στον δίσκο «Κάθε μπαλκόνι έχει άλλη θέα».
Τα δικά μου Χανιά είναι οπωσδήποτε πάρα πολύ κοντά σε αυτό που γράφει μια επιγραφή εκεί απέναντι από το «Αμφορά», που έχει γράψει ένας πιτσιρικάς με μαρκαδόρο χρόνια, ότι «οι νύχτες μας είναι κουρασμένες και αξημέρωτες, αλλά αυτό συμβαίνει γιατί είμαστε ανυπότακτοι στο χρόνο».
Δηλαδή είναι εντός των τειχών, αλλά μονίμως εκτός χρόνου. Είναι μια χρονομηχανή το κομμάτι της παλιάς πόλης, γιατί υπάρχουν πολλά Χανιά που μπορεί κανείς να δει ή να απορρήσει όταν του μιλάς για τα Χανιά και να πει «μα αυτά τα Χανιά δεν τα ξέρω εγώ». Λοιπόν, αυτή η ζωή μέσα στην παλιά πόλη είναι επικοινωνία αυτόματα με την ποιητική διάσταση των πραγμάτων.
Και το Φαγκότο είναι το ίδιο μια χρονομηχανή, πόσο μάλλον η παλιά πόλη είναι ένα παλίμψηστο αιώνιο από την αρχαία Κυδωνία και τους πολλούς πολιτισμούς που διεκδίκησαν αυτή την… κόρη, τη σπάνια, όπως είναι η πόλη μας, και αιώνια κόρη. Οπότε καταλαβαίνεις ότι έζησα στις καλύτερες συνθήκες μετά από την υποβαθμισμένη περίοδο που είχε περάσει τις δεκαετίες ’50 και ’60 η παλιά πόλη, την παλιά πόλη, και μέσα σε μια καλλιτεχνική χοάνη, σε ζυμώσεις, σε ενδιαφέροντες ανθρώπους, σε ανθρώπους που έψαχναν μια δεύτερη ευκαιρία στη ζωή τους, σε ανθρώπους που κουβαλούσαν όλοι μια ιστορία πίσω τους. Με εντυπωσίαζει η φυσιογνωμία του Ρος Ντέιλι που βγαίνοντας από τη Θεοτοκοπούλου τον έβλεπα μικρός στο μπαλκόνι του να “σκαλίζει” πάντα μια λύρα”.
Και για τους πιο δυνατούς και περίεργους από τους παράξενους αυτής της πόλης, πάντα μου έρχεται στο μυαλό η αναφορά του Μπουκόφσκι ότι αυτοί οι άνθρωποι ήταν οι ίδιοι το βιβλίο που δεν έγραψαν, ήταν οι ίδιοι το ποίημα που δεν έγραψαν, ήταν οι ίδιοι ο πίνακας που δεν ζωγράφισαν. Και αυτό με προσέλκυσε καταλυτικά, απίστευτα.
-Οπότε τα δικά σου Χανιά θα έλεγα ότι είναι τα Χανιά εντός των τειχών της παλιάς πόλης.
«Ναι. Και βέβαια είναι πάρα πολύ και τα Χανιά των ’90s και της γενιάς μας, που είχανε πάρα πολλές ιδιαιτερότητες και ένα τελείως διαφορετικό τοπίο.
Να πω και κάτι ακόμα εδώ όμως, από τότε που ήμουν μικρός, αυτό το προσέλαβα και το έζησα, ακριβώς επειδή τα Χανιά είναι ένα τόσο μεγάλο πολιτισμικό σταυροδρόμι και η παλιά πόλη τα χρόνια εκείνα ήταν το αποκορύφωμα αυτού του φαινομένου, του τουρισμού που είχε αρχίσει να έρχεται και του κλίματος που διαμορφωνόταν, υπήρχε και ένα μουσικό παλίμψηστο μπήκε από πολύ νωρίς μέσα μου. Δηλαδή το Φαγκότο έπαιζε κλασική μουσική και τζαζ, τα παλιά πρώτα καφέ επίσης, πήγαινες πιο εκεί άνοιγε μια πόρτα, βγαίναν τα κρητικά που έπαιζαν λύρες, πήγαινες πιο εκεί άνοιγε μια πόρτα, έβγαινε το μπλουζ και το ροκ, όπως είχε έρθει και από τους Αμερικάνους της πρώτης βάσης και αργότερα από τις ντίσκο και τα κλαμπ.
Δηλαδή αυτό όλο συνιστούσε ένα υβρίδιο, ένα χαρμάνι που ενοποιούσε τις μουσικές, και τον κόσμο και την τοπική μουσική και τη Μεσόγειο, αλλά και την άλλη όχθη του Ατλαντικού, το οποίο στη δική μας γενιά μπήκε από πολύ νωρίς μέσα του. Και έτσι δημιούργησε και για μένα μια μεγάλη πλατφόρμα από data για τη δημιουργία της μουσικής μου και την άντληση από αυτές τις διαφορετικές πηγές».
– Ωστόσο, ενώ έρχεσαι τόσο χρόνια, πάντα σε θυμάμαι, κάθε καλοκαίρι, κάθε φθινόπωρο.
“Και πέρασαν και χρόνια που έμεινα και μόνιμα, τρία χρόνια”.
-Πως βλέπεις τις αλλαγές που έχουν συντελεστεί στην παλιά πόλη;
«Δεν θέλω να είμαι οπισθοδρομικός, ας πούμε, γιατί και παλιότερα η παλιά πόλη είχε μεγάλο μέρος πόνου, μεγάλο μέρος μόχθου, δεν είχε μπει στον τουριστικό μηχανισμό, δεν είχε αναβαθμιστεί, το λιμάνι ήταν ένα μέρος, που θεωρείτο λίγο υποδεέστερο, πιο υποβαθμισμένο, τις δεκαετίες πριν 50 και 60 χρόνια.
Αλλά από την άλλη, τώρα που είμαστε σε μια φάση υπερτουρισμού και πώλησης πρόσκαιρης πολυτέλειας και… μίας τρομερής ασφυξίας στο χώρο της στέγασης από τα φαινόμενα του Airbnb και κυρίως πληθυσμιακά μιας κατάστασης για τέσσερις πέντε μήνες στην πόλη που δεν μπορεί καμία στοιχειώδης υποδομή σχεδόν να αντέξει τόσο κόσμο από όλο τον πλανήτη, ε με στενοχωρεί, δεν θα ‘θελα να χάσει ούτε την ησυχία της, ούτε το χαρακτήρα της, ούτε το χρώμα της, ούτε να γίνει μια τελείως boutique hotel.
Στην πραγματικότητα, αν θέλουμε τώρα να σοβαρολογούμε και να ακριβολογούμε, αυτή είναι μια παλιά πόλη πολύ σπάνια στη Μεσόγειο, τα διαβάζουμε κάθε χρόνο, πολλές φορές επειδή έρχονται και οι ίδιοι οι δημοσιογράφοι σε editorials σε εφημερίδες σε όλο τον κόσμο που προτείνουν την επίσκεψη στην παλιά πόλη, και θα μπορούσε να είναι υπό την προστασία της UNESCO εδώ και πάρα πολλά χρόνια. Να μείνει μέσα στη βιωσιμότητα και να μη χάσει την ποιητική της διάσταση τελείως».
–Θέλω να… να μου πεις ακόμα, μία, δύο, τρεις συγκεκριμένες αναμνήσεις ή εμπειρίες ή ιστορίες που έχεις έτσι να διηγηθείς, διότι εσύ είσαι και συλλέκτης στιγμών. Μαζεύεις στιγμές και τις κάνεις και στίχους ενίοτε.
«Ε τι να πρωτοπώ; Μπορεί να ‘ναι τελείως… ακόμη ζω σαν το ψάρι έξω από το νερό στην Αθήνα, ακόμη δεν έχω συνηθίσει την ιδέα. Και τότε που έγινε η πρώτη επιτυχία με το «Σαν να μην πέρασε μια μέρα» και το «Πιάσε με», το τραγούδι που είχα γράψει για την Ελένη Τσαλιγοπούλου, αν δεν είχαν βρεθεί κάποιοι κοινοί μας φίλοι να μου πουν ότι η θέση σου είναι στη δισκογραφία και στην Αθήνα, δύσκολα έφευγα.
Για μένα ήταν ιδανικό μέρος. Θυμάμαι την πρώτη παράσταση που είδα ποτέ στο Φιρκά και εντυπωσιάστηκα, πρέπει να ‘ταν καλοκαίρι ’76-’77, ήταν η Ναυτική Εβδομάδα τότε στην αίγλη της, που είχε κάνει τον Ερωτόκριτο ο Ευαγγελάτος μέσα στο Φιρκά, αυτό δεν θα το ξεχάσω ποτέ. Ηταν μια στιγμή καθοριστική που είδα από τα μπαλκόνια του σπιτιού της θείας μου την παράσταση.
Και πάρα πολλές συναυλίες βέβαια αργότερα, από τις Τρύπες μέσα στο Φιρκά και τα Ξύλινα Σπαθιά. Αλλά σε προσωπικό επίπεδο, είναι οι στιγμές ήταν από την καθημερινότητα, ήταν από το πώς έγραψα το «Κάθε μπαλκόνι έχει άλλη θέα» τη μέρα που πέρναγα από τα… από το σπίτι της θείας και τι σήμαινε για μένα αυτό το τραγούδι. Είτε με αγαπημένους, περίεργους τύπους της πόλης.
Θυμάμαι πάντα έναν αγαπημένο τύπο που έμενε μόνος, που μια νύχτα με κεραυνούς και καταιγίδες, κεραυνούς που τους μάζευε ο φάρος και κύμα που έσπαγε τις πόρτες των μαγαζιών στο λιμάνι, αυτός είχε ανοίξει τα παράθυρα και χόρευε το Ζορμπά με τη σκιά του να φαίνεται στα ταβάνια παλλόμενη.
Ζούσαμε μια… ταινία και ίσως αυτό εξηγεί πολλά για ανθρώπους με ευαισθησία ή καλλιτεχνικό ψάξιμο, για το ότι ήρθαν κάποτε για ένα καφέ στα Χανιά και αυτή η ελκυστική σκούπα, που λέγεται παλιά πόλη, τους κράτησε για πάντα.
Έχει περάσει στο DNA μου και είναι μέρος των δικών μου Χανίων, ο τρόπος που είχαν ενταγμένο το μπάνιο ή το πέρασμα από τη θάλασσα οι παλιοί, που δεν προϋπέθετε κάτι ιδιαίτερο ή ειδικό. Πολλές φορές ήταν με τα ρούχα τους και όπως ζεσταίνονταν, έχοντας φορέσει από μέσα κάτι που το ξέρανε από το πρωί, μπαίνανε και μετά ξαναβάζαν τα ρούχα της δουλειάς ή της συνέχειας των υποχρεώσεων και συνέχιζαν.
Ε, αυτό με ακολουθεί και το ‘χω και στην Αθήνα, το οποίο είναι πάρα πολύ δύσκολο. Πολλές φορές πηγαίνω μέσω της Νέας Μάκρης επειδή μένω κοντά για μια γρήγορη βουτιάς μέσα στις καλοκαιρινές υποχρεώσεις.
Επίσης μέρος των δικών μου Χανίων είναι τα ιστορικά τους μέρη. Το πέρασμα μέσα από το λαβύρινθο της Σαρπάκη, μέσα στη στην παλιά πόλη ή η σημασία μιας ανάβασης στη Χρυσοπηγή και το Κάστρο. Είναι πράγματα πολύ ιδιαίτερα και σπάνια που αποτελούν ξεχωριστό μέρος της πόλης και του πνεύματός της».

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου